Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρούτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρούτσης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Το ΠΑΣΟΚ πούλησε τα νησιά και τον ΦΠΑ!


Γιάννης Βρούτσης: «Κοντόφθαλμη και μονοδιάστατη “ταμειακή αντίληψη” που αγνοεί τα εθνικά χαρακτηριστικά της πατρίδας μας, η πιθανή κατάργηση των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου που προτείνει το ΔΝΤ»
Στην τελευταία έκθεση (Οκτώβριος 2011) της Τεχνικής Επιτροπής του Δ.Ν.Τ., μεταξύ άλλων, προτείνεται η “κατάργηση των μειωμένων συντελεστών Φ.Π.Α. για τα νησιά του Αιγαίου” (σ.σ. 46-48), ως μέτρο άμεσης εφαρμογής με στόχο τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και κατ’ επέκταση της αύξησης των φορολογικών εσόδων.
Όμως, η επιχειρηματολογία της Τεχνικής Επιτροπής στηρίζεται σε λανθασμένες παραδοχές, γεγονός που φανερώνει ότι είτε ότι αγνοεί, είτε ότι δε γνωρίζει την ελληνική πραγματικότητα. Τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την τεκμηρίωση των επιχειρημάτων περί κατάργησης των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά του Αιγαίου, στην πράξη, είναι εκτός πραγματικότητας.
Στη σύντομη εισήγηση τους, οι εκπρόσωποι του ΔΝΤ, έφθασαν αβίαστα σε ένα καθαρά λογιστικό συμπέρασμα, υπογραμμίζοντας ότι το «προνομιακό» αυτό καθεστώς που απολαμβάνουν τα νησιά του Αιγαίου δημιουργεί κίνητρο για “φορολογικό αρμπιτράζ” και αποτελεί “φαινόμενο ασυνήθιστης κατάχρησης”. Συμπέρασμα, ένα τέτοιο καθεστώς δεν παράγει ένα καλά στοχευμένο όφελος, οπότε και κρίνεται σκόπιμη η κατάργησή του…..
Απύθμενο θράσος ή ανείπωτη ευήθεια ;
Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια κοντόφθαλμη και μονοδιάστατη «ταμειακή αντίληψη», που δείχνει να αδιαφορεί για κυρίαρχα εθνικά χαρακτηριστικά της πατρίδας μας, καθώς:
• Παραβλέπει, το γεγονός ότι η διατήρηση των μειωμένων συντελεστών Φ.Π.Α. στα νησιά του Αιγαίου, θεσμοθετήθηκε με τη Συνθήκη προσχώρησης της Χώρας μας στην ΕΟΚ το 1981 – και μάλιστα κατόπιν σκληρών διαπραγματεύσεων του Κωνσταντίνου Καραμανλή - και αποτελεί ζήτημα εθνικής σημασίας και ύψιστης πολιτικής προτεραιότητας.
• Δεν αναγνωρίζει τις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει η νησιωτική Ελλάδα -εδαφική ασυνέχεια- και τα πολλά προβλήματα που απορρέουν από αυτές.
• Παραβιάζει στην πράξη την εφαρμογή του άρθρου 101, παρ.4 του Συντάγματος που αναγνωρίζει την έννοια της νησιωτικότητας.
• Αγνοεί το γεγονός ότι το ειδικό καθεστώς ΦΠΑ στο Αιγαίο, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, την οικονομική βιωσιμότητα των νησιών του αρχιπελάγους, καθώς και για την παραμονή των κατοίκων στα νησιά.
• Παραγνωρίζει, ότι το εν λόγω καθεστώς παραχωρήθηκε ως μέτρο δικαιοσύνης και ίσης μεταχείρισης, καθώς οι νησιώτες δεν απολαμβάνουν ισοδύναμα την ωφέλεια από τα βασικά κοινωνικά και δημόσια αγαθά του κράτους (π.χ. υπηρεσίες υγείας, παιδείας, ακτοπλοΐας κ.α.). Δηλαδή, δημόσια αγαθά που είναι αυτονόητα για όλους τους άλλους Έλληνες.
• Δεν αντιλαμβάνεται, ότι οι μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ στα νησιά, λειτουργούν ενισχυτικά στις αδύναμες επιχειρήσεις (λόγω οικονομίας κλίμακος) και συμβάλλει στην ανταγωνιστικότητα του νησιωτικού τουριστικού προϊόντος.
• και τελικά δεν βλέπει το αυτονόητο, ότι δηλαδή εκτός όλων των άλλων λειτουργεί και αντισταθμιστικά απέναντι στο αυξημένο κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων και υπηρεσιών στα νησιά.
Σήμερα, τα νησιά του Αιγαίου απολαμβάνουν ειδικό καθεστώς μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ, κατά 30%. Δηλαδή, οι συντελεστές διαμορφώνονται ως εξής: από 23% σε 16%, από 13% σε 9% και από 6,5% σε 5%.
Σε περίπτωση κατάργησής του καθεστώτος, θα μιλάμε για πλήρη εξίσωση των συντελεστών με την ηπειρωτική Ελλάδα και άρα για αύξηση του κόστους ζωής στα νησιά από 4% έως 7%.
Συνεπώς, το ειδικό αυτό καθεστώς ΦΠΑ στο Αιγαίο που με τόση ευκολία ζητά το ΔΝΤ στην έκθεσή του να καταργηθεί, αποτελεί για την
Ελλάδα αδιαπραγμάτευτο θέμα ζωτικής εθνικής σημασίας.
Μέχρι σήμερα, κανένα κράτος-μέλος της Ε.Ε. δεν έχει απεμπολήσει δικαίωμα ευνοϊκών ρυθμίσεων στον τομέα του ΦΠΑ πόσο μάλλον όταν αυτό έχει παραχωρηθεί μέσω των Συνθηκών Προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αντίθετα, πολλά κράτη-μέλη επιζητούν επέκταση της εφαρμογής του δικαιώματος, αίτημα που συνήθως αντιμετωπίζεται αρνητικά και τελικά απορρίπτεται. Κατά συνέπεια μόνο ως παραλογισμός μπορεί να χαρακτηρισθεί η απώλεια του δικαιώματος διατήρησης του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ στα νησιά μας, καθώς εκτός όλων των άλλων ενδεχόμενη απεμπόλησή του καθίσταται οριστικά και μη αναστρέψιμη.
Από την άλλη πλευρά, οι ευθύνες του κ. Παπανδρέου και της κυβέρνησης του είναι τεράστιες, αφού δέχθηκαν χωρίς την παραμικρή διαπραγμάτευση να ενσωματωθεί στο Μνημόνιο η κατάργηση του.
Το ακόμη χειρότερο, όμως, είναι όπως αποκαλύπτεται και από το κείμενο των εκπροσώπων του ΔΝΤ, ότι υπηρεσιακά και πολιτικά στελέχη του υπουργείου Οικονομικών ήταν αυτά που με ιδιαίτερα μεγάλη προθυμία υπέδειξαν προς την Τεχνική Επιτροπή, ότι η κατάργηση του μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά είναι χρήσιμη, καθώς θα αποφέρει 250 εκατ. € ετησίως. Μέγεθος, που ακόμη και η τρόικα τελικά εκτίμησε γύρω στα 130 εκατ. € !

parapolitika

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Η Ν.Δ. στηρίζει τις Συλλογικές Συμβάσεις!


Ο Υπεύθυνος του τομέα Πολιτικής Ευθύνης Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης της Νέας Δημοκρατίας, Ιωάννης Βρούτσης, με αφορμή τις επερχόμενες ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις, προέβη στην ακόλουθη δήλωση:
«Η μάχη που φαίνεται να διεξάγεται για τις ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις, ανάμεσα σε συνδικάτα εργαζομένων, τους εργοδότες και την κυβέρνηση, έχει τελειώσει πριν ακόμη ξεκινήσει, εδώ και 6 μήνες.
Οι προβλέψεις του Μνημονίου για:
  • «…υπερίσχυση των συμβάσεων σε επίπεδο επιχείρησης, έναντι των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών….»
  • «…απόσυρση της διάταξης που επιτρέπει στο Υπουργείο Εργασίας να επεκτείνει όλες τις κλαδικές συμβάσεις και σε αυτούς που δεν εκπροσωπούνται στις διαπραγματεύσεις…»
  • «…τροποποίηση του 1876/1990, ώστε το καθένα από τα δυο διαπραγματευόμενα μέρη να μπορεί να προσφύγει στη διαιτησία, αν διαφωνεί με τη μεσολάβηση…»,
έχουν συμφωνηθεί από την κυβέρνηση και την τρόικα και έχουν γίνει πλέον νόμος του κράτους.
Η ρητορική της Υπουργού Εργασίας, για επαναδιαπραγμάτευση των βασικών όρων του Μνημονίου, εξυπηρετεί επικοινωνιακούς σκοπούς και δεν φαίνεται να βρίσκει θετική ανταπόκριση από τους επιτηρητές της τρόικας.
Η εκ των υστέρων αναζήτηση συναινέσεων με τους Κοινωνικούς Εταίρους, είναι προσχηματική.
Οι εξελίξεις αυτές επιβεβαιώνουν, με δραματικό τρόπο, την κριτική και τις επισημάνσεις που κάναμε από την πρώτη στιγμή μελέτης του Μνημονίου, ότι η κυβέρνηση επέδειξε εγκληματική προχειρότητα, σπουδή συμβιβασμού και ανεπάρκεια για τη διαμόρφωση πλαισίου αλλαγών στην αγορά εργασίας, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κρίσης.
Οι επίμαχες εργασιακές ρυθμίσεις:
-       Έχουν αποσπασματικό χαρακτήρα, απέναντι σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων, που ισχύει για πολλά χρόνια στη χώρα.
-       Περιορίζουν το κόστος εργασίας, σε μικρό αριθμό επιχειρήσεων, με συγκεκριμένο μέγεθος και χαρακτηριστικά (άνω των 50 εργαζομένων και λειτουργία επιχειρησιακού σωματείου).
-       Είναι αμφίβολο εάν ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και στηρίζουν την επιχειρηματικότητα.
-       Είναι βέβαιο ότι περιορίζουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, μειώνουν το εισόδημά τους και ενισχύουν την ύφεση στην οικονομία.
Οι θέσεις μας
Πρώτη προτεραιότητα για την Ελληνική οικονομία και την Ελληνική αγορά εργασίας, είναι η τόνωση της ανάπτυξης και η στήριξη της απασχόλησης, που θα αυξήσουν τις θέσεις εργασίας και θα μειώσουν την ανεργία.
Η Ν.Δ., στηρίζει το θεσμό των Συλλογικών Διαπραγματεύσεων και των Συλλογικών Συμβάσεων.
Υπερασπίζεται την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και εκτιμά ως θετική τη λειτουργία του κατώτατου μισθού στην αγορά εργασίας και αυτό γιατί εξασφαλίζει στοιχειώδη αμοιβή αξιοπρέπειας για τους εργαζόμενους και συνακόλουθα κοινωνική συνοχή. Επιπλέον, εξασφαλίζει υγιή ανταγωνισμό των επιχειρήσεων στο πεδίο του εργασιακού κόστους.
Οι όποιες στρεβλώσεις στη λειτουργία θεσμών, όπως οι κλαδικές συμβάσεις (που συνήθως ενοχοποιούνται για χαμηλή συμμετοχή και ελλιπή αντιπροσωπευτικότητα) και οι Διαιτητικές αποφάσεις (που αγνοούν τις οικονομικές και επιχειρηματικές συνθήκες και, κάποιες φορές, υπονομεύουν τον ανταγωνισμό και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων), δεν μπορεί να αποτελούν πρόσχημα για ανατροπές αμφίβολης αποτελεσματικότητας στο οικονομικό περιβάλλον.
Υπάρχει ανάγκη για αλλαγές στη λειτουργία των θεσμών των Κλαδικών Συμβάσεων, της Μεσολάβησης και της Διαιτησίας, οι οποίες, όμως αλλαγές θα πρέπει να συγκεντρώνουν τη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων, αλλά και τη διασφάλιση ενός αποδοτικού πλαισίου εργασιακών σχέσεων.
Οι επιχειρούμενες αλλαγές δεν απαντούν στις πραγματικές προκλήσεις της αγοράς εργασίας, όπως:
  • Η υψηλή αδήλωτη εργασία (25%, περίπου).
  • Το έλλειμμα δεξιοτήτων των Ελλήνων εργαζομένων (σε 4% υπολογίζεται το χάσμα δεξιοτήτων).
  • Η χαμηλή κινητικότητα και προσαρμοστικότητα (εργαζομένων και επιχειρήσεων).
  • Τα υψηλά επίπεδα ανεργίας και τα χαμηλά ποσοστά απασχόλησης (ιδιαίτερα γυναικών, νέων και ευάλωτων ομάδων στην αγορά εργασίας).
  • Το υψηλό μη μισθολογικό κόστος.
Είναι μύθος το πολύ υψηλό εργασιακό κόστος στη χώρα μας, αφού ο μέσος μισθός στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο 68% του μέσου ευρωπαϊκού μισθού, ενώ ο κατώτατος μισθός στο 54% του κατώτατου μισθού των προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών.
Αντίθετα, όμως, έχουμε υψηλό μη μισθολογικό κόστος, αφού το σύνολο των Ασφαλιστικών Εισφορών, ξεπερνά το 45% και προκειμένου για Βαρέα και Ανθυγιεινά το 50%.
Η πρότασή μας είναι να αρχίσει η σταδιακή μείωση των Ασφαλιστικών Εισφορών.
Επίσης, να ξεκινήσει άμεσα ο εξορθολογισμός της λίστας των Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων
Η διαβούλευση και η συμφωνία εργοδοτών και εργαζομένων σε επίπεδο επιχείρησης, μπορεί να αποκλίνει από τα ισχύοντα σε επίπεδο κλαδικής συμφωνίας, όταν αυτό επιβάλλεται από συγκεκριμένες επιχειρησιακές ανάγκες που οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα.
Αυτό, ήδη, γίνεται τα τελευταία 2 χρόνια σε αρκετές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα και αξιοποιούν το μέτρο της εκ περιτροπής εργασίας, που επιτρέπει εργασία λιγότερων ωρών ή ημερών, με αντίστοιχη μείωση μισθού που μπορεί να φθάσει και το 20%.
Είναι, όμως αναγκαίο να τεθούν όρια στη χρήση του μέτρου αυτού, τόσο χρονικά, όσο και μισθολογικά.
Πρέπει να δείξουμε εμπιστοσύνη στη διαβούλευση, στην ωριμότητα και στη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων. Μόνον έτσι θα εξασφαλιστεί η εργασιακή ειρήνη, η στοιχειώδης κοινωνική συνοχή, αλλά και η αναγκαία προσαρμογή των επιχειρήσεων στις πολύ δύσκολες συνθήκες της οικονομικής κρίσης και του εντεινόμενου ανταγωνισμού.
Οι εργαζόμενοι στη χώρα μας και οι Ελληνικές επιχειρήσεις, επείγει να βελτιώσουν την προσαρμοστικότητά τους στις σύγχρονες παραγωγικές και ανταγωνιστικές συνθήκες. Να επενδύσουν…
-Στην επαγγελματική κατάρτιση και επανακατάρτιση.
-Στη γνώση και στις νέες τεχνολογίες.
-Στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.
-Στη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών.
-Στην ενίσχυση της εξωστρέφειας.
-Στη μείωση του γραφειοκρατικού κόστους για τις επιχειρήσεις.
Μόνο έτσι η οικονομία θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της, ώστε να μπορέσουν να διατηρηθούν θέσεις εργασίας και να δημιουργηθούν νέες.
Αυτή είναι η στρατηγική εξόδου από την κρίση και όχι τα περιοριστικά μέτρα για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, οι οποίοι ήδη πληρώνουν βαρύ τίμημα στην οικονομική κρίση. Ο μέσος μισθός τους είναι πολύ χαμηλότερος από εκείνον του δημόσιου τομέα. Απειλούνται από τον εφιάλτη της ανεργίας. Το εισόδημά τους περιορίζεται δραματικά από τον υψηλό πληθωρισμό.
Σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι μια χώρα καθίσταται ανταγωνιστική μόνο όταν παράλληλα με την οικονομική ανάπτυξη, πετυχαίνει υψηλά επίπεδα κοινωνικής συνοχής, που -με τη σειρά τους- διασφαλίζουν τη δυναμική και ουσιαστική προσήλωση της κοινωνίας στην καλλιέργεια της ποιότητας, της καινοτομίας και της παραγωγικότητας της εργασίας». 

http://www.antinews.gr/?p=74804&utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+AntiWeblog+%28ANTI+WEBLOG%29